γῆ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : γη

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γῆ θηλυκό

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική γῆ - -
Γενική γῆς - -
Δοτική γῇ - -
Αιτιατική γῆν - -
Κλητική γῆ - -

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γῆ, δωρικά γᾶ (συνηρημένες μορφές του γέα) και ιωνική γέη < ομηρική γαῖα και Γαῖα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γῆ θηλυκό

  1. έδαφος
    γῆν καὶ ὕδωρ αἰτεῖν
  2. χώμα
  3. μάνα γη
    μᾶ Γᾶ μᾶ Γᾶ, βοὰν φοβερὸν ἀπότρεπε, ὦ πᾶ, Γᾶς παῖ, Ζεῦ. (μάννα μου Γη, μάννα μου Γη, τον φοβερό τον κράχτη, Δία πατέρα, γιέ της Γης, κεραύνωσε και κάνε στάχτη) (Σοφ. Ικέτ. 885. Γρυπάρης)
  4. ξηρά ως αντίθετο της θάλασσας, αλλά και γενικά το περιβάλλον ως αντίθετο του ουρανού
  5. πατρίδα
    Ἀνδρῶν γὰρ ἐπιφανῶν πᾶσα γῆ τάφος (Επιτάφιος Περικλή)
  6. ορισμένα ορυκτά

Εκφράσεις[]

  • τῆς γῆς ἡ ἀρίστη: η πιο εύφορη χώρα
  • δῶς μοι πᾶ στῶ καὶ τὰν γᾶν κινάσω (Αρχιμήδης)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

από την ασυναίρετη μορφή: