*δάϊς
Εμφάνιση
(Ανακατεύθυνση από δάις)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| αμάρτυρος υποθετικός τύπος, λέξη που δεν σώζεται σε κείμενα αλλά σε σύνθετες λέξεις ή σε γραμματικούς τύπους ή σε σχόλια γραμματικών - Γράφονται με πλάγια γράμματα. - Μπροστά από τη λέξη σημειώνεται ένας αστερίσκος. - |
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | *δάϊς | |||
| γενική | — | |||
| δοτική | τῇ | δαΐ | ||
| αιτιατική | τὴν | δάϊν | ||
| κλητική ὦ! | — | |||
| ανώμαλη κλίση, Κατηγορία 'ανώμαλα' όπως «δάϊς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]*δάϊς θηλυκό
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ «δήϊος» σελ. 322 - Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
Πηγές
[επεξεργασία]- δάϊς - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Αμάρτυροι τύποι (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ανώμαλα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ανώμαλα θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά χωρίς πληθυντικό (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς πληθυντικό (αρχαία ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Ουσιαστικά ελλειπτικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
