δάκτυλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο δάκτυλος οι δάκτυλοι
      γενική του δακτύλου
& δάκτυλου
των δακτύλων
    αιτιατική τον δάκτυλο τους δακτύλους
     κλητική δάκτυλε δάκτυλοι
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δάκτυλος < (λόγιο) αρχαία ελληνική δάκτυλος. Δείτε και το δάχτυλο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δάκτυλος αρσενικό

  1. (λόγιο) το δάχτυλο
  2. το άτομο ή η δύναμη που κρυφά κατευθύνει τις εξελίξεις προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση
    ο ξένος δάκτυλος
  3. (μετρική) μετρικός πόδας που αποτελείται από μια μακρά (ή τονισμένη) συλλαβή και δύο βραχείες (ή άτονες) (—‿‿)
    Αχ! και να | γύ-ρι-ζαν, | να ‘ρχον-ταν | πίσω _ (Ιωάννης Πολέμης, Χαμένα χρόνια)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]