δάκτυλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δάκτυλος δάκτυλοι
γενική δακτύλου δακτύλων
αιτιατική δάκτυλο δακτύλους
κλητική δάκτυλε δάκτυλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δάκτυλος < αρχαία ελληνική δάκτυλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δάκτυλος

  1. το δάχτυλο
  2. το άτομο ή η δύναμη που κρυφά κατευθύνει τις εξελίξεις προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση
    ο ξένος δάκτυλος
  3. μετρικός πόδας που αποτελείται από μια μακρά (ή τονισμένη) συλλαβή και δύο βραχείες (ή άτονες)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]