δάνειο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δάνειο δάνεια
γενική δανείου δανείων
αιτιατική δάνειο δάνεια
κλητική δάνειο δάνεια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δάνειο < αρχαία ελληνική δάνειον < δάνος < δαίω < ινδοευρωπαϊκή *da- (διαιρώ, χωρίζω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δάνειο ουδέτερο

  1. (οικονομία) χρηματικό ποσό που έχει δανείσει κάποιος σε άλλον
    πήρα το αυτοκίνητο με άτοκο δάνειο
  2. (γλωσσολογία) λέξη μιας γλώσσας που προέρχεται από άλλη γλώσσα
    η λέξη ασανσέρ είναι δάνειο από τα γαλλικά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]