δέκτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δέκτης δέκτες
γενική δέκτη δεκτών
αιτιατική δέκτη δέκτες
κλητική δέκτη δέκτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δέκτης < αρχαία ελληνική δέκτης < δέχομαι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈðɛ.ktis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δέκτης αρσενικό

  • αυτός που δέχεται, λαμβάνει κάτι
    1. συσκευή που λαμβάνει ραδιοφωνικά ή τηλεοπτικά σήματα· το ραδιόφωνο ή η τηλεόραση
      ένα καινούριο πρόγραμμα στους δέκτες σας
    2. που προσλαμβάνει και κατανοεί ένα γλωσσικό ή άλλου είδους μήνυμα
      στην καθημερινή επικοινωνία ο ομιλητής εναλλάσσεται συνεχώς στους ρόλους του πομπού και του δέκτη
    3. αυτός που δέχεται όργανο για μεταμόσχευση

32πχ Μεταφράσεις[]