δέκτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο δέκτης οι δέκτες
      γενική του δέκτη των δεκτών
    αιτιατική τον δέκτη τους δέκτες
     κλητική δέκτη δέκτες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δέκτης < αρχαία ελληνική δέκτης < δέχομαι

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈðɛ.ktis/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δέκτης αρσενικό (θηλυκό: δέκτρια)

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. από αναζήτηση στη Βάση Τηλεπικοινωνιακών Όρων TELETERM από τη Μόνιμη Ομάδα Τηλεπικοινωνιακής Ορολογίας (ΜΟΤΟ), τον ΟΤΕ, τον ΕΛΟΤ και την ΕΛΕΤΟ.