δέκτρια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δέκτρια δέκτριες
γενική δέκτριας δεκτριών
αιτιατική δέκτρια δέκτριες
κλητική δέκτρια δέκτριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δέκτρια < ελληνιστική κοινή δέκτρια, θηλυκό του δεκτήρ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δέκτρια θηλυκό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν έχουν ξεχωριστή λέξη για το θηλυκό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε δέκτης