δέλτος
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δέλτος < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δέλτος θηλυκό
- πινακίδα που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι για γράψιμο, συνήθως τριγωνικού σχήματος
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- αρχαία κυπριακή: δάλτος
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- δέλτος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.