Μετάβαση στο περιεχόμενο

δέλτος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δέλτος < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δέλτος θηλυκό

  • πινακίδα που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι για γράψιμο, συνήθως τριγωνικού σχήματος

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]