δέμνιον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δέμνιον < δέμω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δέμνιον ουδέτερο

  1. (συχνά στον πληθυντικό) στρώμα, κρεβάτι, κλίνη
    Ἀχιλεὺς δ᾽ ἑτάροισιν ἰδὲ δμῳῇσι κέλευσε // δέμνι᾽ ὑπ᾽ αἰθούσῃ θέμεναι καὶ ῥήγεα καλὰ //πορφύρε᾽ ἐμβαλέειν (Ιλιάδα Ω 645)
    Καὶ στοὺς συντρόφους ὁ Ἀχιλλεὺς τότ’ εἶπε καὶ στοὺς δούλους // κάτωθε ἀπὸ τὴν αἴθουσαν κρεβάτια νὰ τοὺς στρώσουν // μὲ πορφυρὰ παπλώματα ... (μετάφραση Πολυλά)
    ἡ δ᾽ ἀνέμου ὡς πνοιὴ ἐπέσσυτο δέμνια κούρης, (Οδύσσεια ζ 20)
    Σὰν ἀγεράκι χύθηκε στὴν κλίνη τῆς παρθένας (μετάφραση Εφταλιώτη)