δέμω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας δέμω δέμομαι
Παρατατικός ἔδεμον & δέμον (επικό)
Μέλλοντας
Αόριστος ἔδειμα & δεῖμα (επικό) ἐδείματο
Παρακείμενος δέδμημαι
Υπερσυντέλικος ἐδεδμήμην
Συντελ.Μέλλ.


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δέμω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *demh₂- (χτίζω). Συγγενές με τα (αρχαία ελληνικά) δόμος, (λατινικά) domus, (αλβανικά) dhomë (δωμάτιο), (σανσκριτικά) दम (dáma), (πρωτοσλαβική γλώσσα) *domъ, (αγγλοσαξονικά) timber (χτίσιμο) (αγγλικά timber)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

δέμω

  1. χτίζω
  2. κατασκευάζω
  3. παρασκευάζω
  4. κάνω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • σπάνιο σε ενεστώτα και παρατατικό