δέος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική το δέος
      γενική του δέους
    αιτιατική το δέος
     κλητική δέος
Κατηγορία όπως «δάσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δέος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δέος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δέος ουδέτερο, μόνο στον ενικό

  • συναίσθημα φόβου ή σεβασμού και αναγνώρισης της δύναμης και του μεγαλείου μιας υπέρτερης δύναμης

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • το αντίπαλο δέος: μια αντίπαλη δύναμη που είναι εξίσου ισχυρή ώστε να διατηρείται η ισορροπία δυνάμεων

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική δέος δέει δέη
Γενική δέους δεοῖν δεῶν
Δοτική δέει δεοῖν δέεσι(ν)
Αιτιατική δέος δέει δέη
Κλητική δέος δέει δέη
Η ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού & δέα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δέος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dwéyos (φόβος)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δέος ουδέτερο

  1. φόβος, τρόμος
  2. σεβασμός

Πηγές[επεξεργασία]