δέος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | δέος | ||
| γενική | του | δέους | ||
| αιτιατική | το | δέος | ||
| κλητική | δέος | |||
| Κατηγορία όπως «δάσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δέος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δέος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈðe.os/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : δέ‐ος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δέος ουδέτερο, μόνο στον ενικό
- συναίσθημα φόβου ή σεβασμού και αναγνώρισης της δύναμης και του μεγαλείου μιας υπέρτερης δύναμης
- ※ Στη λαμπρή τελετή των Θεοφανίων ο γόνος Παπαγεωργίου έκανε το παπαδάκι κοντά στον αρχιεπίσκοπο Ιάκωβο κρατώντας θυμιατό και δικηροτρίκηρα. Φωτογραφίες του τοπικού τύπου της εποχής αποτυπώνουν το δέος του εφήβου που από τότε προαλειφόταν για το ιερατείο (Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη, Η μοναξιά ενός ασυμβίβαστου: Σπυρίδων, Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, 1996-1999 εκδ. Εξάντας, 2000, σελ. 43)
Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] συναίσθημα φόβου ή σεβασμού
Πηγές
[επεξεργασία]- δέος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- δέος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|
| δεεσ- | |||||
| ονομαστική | τὸ | δέος | τὰ | δέη - δέα | |
| γενική | τοῦ | δέους - δέατος | τῶν | δεῶν | |
| δοτική | τῷ | δέει | τοῖς | δέεσῐ(ν) | |
| αιτιατική | τὸ | δέος | τὰ | δέη - δέα | |
| κλητική ὦ! | δέος | δέη - δέα | |||
| δυϊκός | |||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | δέει | |||
| γεν-δοτ | τοῖν | δεοῖν | |||
| Με επιπλέον τύπους, στη γενική ενικού και στον πληθυντικό. Πληθυντικοί και σε -α, όπως «χρέος». | |||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «ἄνθος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | |||||
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]δέος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dwéyos (φόβος) → δείτε και τη λέξη δείδω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δέος ουδέτερο
Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]δέος < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δέος ουδέτερο
- (ελληνιστική σημασία) έλλειψη
- ※ 4ος/5ος κε αιώνας ⌘ Ιωάννης Χρυσόστομος, Ομιλίαι M.62.21. στο Patrologiae cursus completus, series graeca, Τόμος 62, Επιμ. Jacques-Paul Migne
- ποία γὰρ ἀνάγκη τὸ ἁρπάζειν, εἰπέ μοι; ποία βία; Πενία, φησὶ, ποιεῖ, καὶ τὸ δέος τῶν ἀναγκαίων.
- ※ 4ος/5ος κε αιώνας ⌘ Ιωάννης Χρυσόστομος, Ομιλίαι M.62.21. στο Patrologiae cursus completus, series graeca, Τόμος 62, Επιμ. Jacques-Paul Migne
Πηγές
[επεξεργασία]- δέος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- δέος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δάσος' χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'βέλος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ἄνθος' εξαιρέσεις (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ἄνθος' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική σημασία για αρχαίες λέξεις
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)