δέρμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δέρμα δέρματα
γενική δέρματος δερμάτων
αιτιατική δέρμα δέρματα
κλητική δέρμα δέρματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δέρμα < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈðɛɾ.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δέρμα ουδέτερο

  1. το εξωτερικό στρώμα του σώματος, που προστατεύει άλλους ιστούς και όργανα από το περιβάλλον, όργανο της αφής το οποίο σε μερικά ζώα καλύπτεται από τρίχες και στα ψάρια από λέπια
  2. το παραπάνω στρώμα που έχει αφαιρεθεί από το σώμα ζώου, είτε κατεργασμένο για ανθρώπινη χρήση είτε που προορίζεται για αυτό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]