δέρμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | δέρμα | τα | δέρματα |
| γενική | του | δέρματος | των | δερμάτων |
| αιτιατική | το | δέρμα | τα | δέρματα |
| κλητική | δέρμα | δέρματα | ||
| Κατηγορία όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||


Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δέρμα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δέρμα[1][2].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈðeɾ.ma/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : δέρ‐μα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δέρμα ουδέτερο
- (ανατομία) το εξωτερικό στρώμα του σώματος, που προστατεύει άλλους ιστούς και όργανα από το περιβάλλον, όργανο της αφής το οποίο σε μερικά ζώα καλύπτεται από τρίχες και στα ψάρια από λέπια
- ※ 2025 Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη
- χαϊδεύοντας όλο της το σταυρωμένο επίσης πόδι μέχρι το σημείο όπου το μπατζάκι της απόληγε αφήνοντας εκτεθειμένο λίγο λευκό δέρμα του ποδιού.
- ≈ συνώνυμα: επιδερμίδα, πέτσα, πετσί, τομάρι, χρως
- ※ 2025 Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη
- το παραπάνω στρώμα που έχει αφαιρεθεί από το σώμα ζώου, είτε κατεργασμένο για ανθρώπινη χρήση είτε που προορίζεται για αυτό
- ※ Ένα από τα βασικά είδη δέρματος, το οποίο όλοι αναγνωρίζουμε εξ όψεως είναι το γυαλισμένο δέρμα (Polished Leather), το οποίο είναι διαφορετικό από το λουστρίνι (Patent leather) και δεν θα έπρεπε να ταυτίζεται. (Γνωρίζοντας του τύπους δέρματος Β΄, mortoglou.gr, ανακτήθηκε στις 9/1/2025 )
- ≈ συνώνυμα: προβιά
Παράγωγα
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] το εξωτερικό στρώμα του σώματος
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ δέρμα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ δέρμα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /déɾ.ma/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : δέρ‐μᾰ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δέρμα, -τος ουδέτερο
- δέρμα, τομάρι, προβιά (λέγεται για τα ζώα)
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 13 (ν. Ὀδυσσέως ἀπόπλους παρὰ Φαιάκων καὶ ἄφιξις εἰς Ἰθάκην.), στίχ. 436
- ἀμφὶ δέ μιν μέγα δέρμα ταχείης ἕσσ' ἐλάφοιο,
- ψιλόν·
- Τέλος τον τύλιξε
- με το γυμνό τομάρι γρήγορης λαφίνας
- Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 13 (ν. Ὀδυσσέως ἀπόπλους παρὰ Φαιάκων καὶ ἄφιξις εἰς Ἰθάκην.), στίχ. 436
- δέρμα κάποιου
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 13 (ν. Ὀδυσσέως ἀπόπλους παρὰ Φαιάκων καὶ ἄφιξις εἰς Ἰθάκην.), στίχ. 431
- ξανθὰς δ' ἐκ κεφαλῆς ὄλεσε τρίχας, ἀμφὶ δὲ δέρμα
- πάντεσσιν μελέεσσι παλαιοῦ θῆκε γέροντος
- και τα ξανθά μαλλιά της κεφαλής του χάλασε· σ᾽ όλα τα μέλη του
- φάνηκε το πετσί ενός γέροντα που τον βαραίνουνε τα χρόνια·
- Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 13 (ν. Ὀδυσσέως ἀπόπλους παρὰ Φαιάκων καὶ ἄφιξις εἰς Ἰθάκην.), στίχ. 431
- το καβούκι της χελώνας
Κλίση
[επεξεργασία]
| ||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
Πηγές
[επεξεργασία]- δέρμα - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- δέρμα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'κύμα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ανατομία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -μα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Οδύσσεια (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'κτῆμα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βλέμμα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)