Μετάβαση στο περιεχόμενο

δέρω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δέρω < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *dérō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *der- («σκίζω, ξεσκίζω»)[1].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /dé.ɾɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: δέρω

δέρω

  1. (για ζώα) αφαιρώ το δέρμα, γδέρνω
  2. (για άνθρωπο) ξυλοκοπώ, δέρνω, γδέρνω, μαστιγώνω, συνθλίβω
      5ος/4ος πκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Ἱππῆς, στίχ. 370
    ΠΑ. ἡ βύρσα σου θρανεύσεται.
    ΑΛ. δερῶ σε θύλακον κλοπῆς.
    ΠΑ. διαπατταλευθήσει χαμαί.
    ΑΛ. περικόμματ᾽ ἔκ σου σκευάσω.
    ΠΑΦ. Το τομάρι σου θα τεντωθεί στο εργαστήρι μου.
    ΑΛΛ. Θα σε γδάρω και θα κάνω τορβά για κλεψιμέικα.
    ΠΑΦ. Θα σε παλουκώσω χάμω, τέζα πέρα-πέρα.
    ΑΛΛ. Θα κόψω σουβλάκια τις σάρκες σου.
    Μετάφραση (2005): Ηλίας Σπυρόπουλος, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος @greeklanguage.gr
      1ος/2ος κε αιώνας Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Σόλων, 14.9
    ἤθελον γάρ κεν κρατήσας, πλοῦτον ἄφθονον λαβὼν
    καὶ τυραννεύσας Ἀθηνῶν μοῦνον ἡμέραν μίαν,
    ἀσκὸς ὕστερον δεδάρθαι καὶ ἐπιτετρῖφθαι γένος.
    Γιατί θα ήθελα, αν επικρατούσα και
    έπαιρνα πολλά πλούτη και γινόμουν
    τύραννος της Αθήνας για μια μόνη μέρα,
    να με έκαναν τουλούμι στο ξύλο και
    να είχε αφανιστεί η γενιά μου.
    Μετάφραση (2012): Γιαγκόπουλος, Α.Ι., Ζ.Ε. Μαλαθούνη. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. @greeklanguage.gr

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

ἐκδέρω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

δέρω (αρχαία ελληνικά)

μεσαιωνικά ελληνικά: δέρνω
νέα ελληνικά: δέρνω

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. δέρω σελ. 318 -  Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.