δέσμευση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δέσμευση δεσμεύσεις
γενική δέσμευσης
& δεσμεύσεως
δεσμεύσεων
αιτιατική δέσμευση δεσμεύσεις
κλητική δέσμευση δεσμεύσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δέσμευση < αρχαία ελληνική δέσμευσις

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈðɛ.zmɛf.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δέσμευση θηλυκό

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του: "δεσμεύω"
    • το να αναλάβει κάποιος μια υποχρέωση
    • η απαγόρευση χρησιμοποίησης περιουσιακών στοιχείων

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]