δέσμη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δέσμη οι δέσμες
      γενική της δέσμης των δεσμών
    αιτιατική τη δέσμη τις δέσμες
     κλητική δέσμη δέσμες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δέσμη < αρχαία ελληνική δέσμη (δεμάτι) < δέω (δένω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δέσμη θηλυκό

  1. ένα σύνολο από πολλά αντικείμενα ίδιου είδους, τα οποία είτε είναι δεμένα μεταξύ τους, είτε τα συγκρατεί μια κλωστή, σπάγκος, περιτύλιγμα
    δέσμη εγγράφων
  2. καθετί που παρουσιάζεται ή θεωρείται ως σύνολο ομοειδών πραγμάτων με κοινή προέλευση ή κοινό στόχο
    δέσμη φορολογικών μέτρων
  3. (στα πλαίσια του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος μέχρι το 1998) καθεμιά από τις ομάδες μαθημάτων που όφειλαν να παρακολουθήσουν και στα οποία εξετάζονταν στο τέλος της σχολικής περιόδου για να εισαχθούν σε συγκεκριμένες σχολές των ΑΕΙ και ΤΕΙ οι μαθητές της τελευταίας τάξης του λυκείου
  4. προσανατολισμένη ακτινοβολία
    δέσμη φωτός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δέσμη < δέω, -ῶ (δένω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δέσμη θηλυκό

  1. σύνολο από ομοειδή πράγματα δεμένα μεταξύ τους, το δεμάτι