δέσμιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δέσμιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δέσμιος < δεσμός

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈðe.zmi.os/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δέ‐σμι‐ος

Επίθετο[επεξεργασία]

δέσμιος, -ια, -ιο

  1. δεμένος με χειροπέδες ή άλλα δεσμά, κρατούμενος
    ο δραπέτης συνελήφθη και οδηγήθηκε δέσμιος στις φυλακές
  2. (μεταφορικά) που είναι υποταγμένος σε κάτι, εξαρτημένος από κάτι ή κάποιον
    δέσμιος των παθών του

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

ζητούμενο λήμμα

Πηγές[επεξεργασία]