δέσμιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δέσμιος < αρχαία ελληνική δέσμιος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈðɛ.zmi.ɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δέσμιος, -ια, -ιο

  1. δεμένος με χειροπέδες ή άλλα δεσμά, κρατούμενος
    ο δραπέτης συνελήφθη και οδηγήθηκε δέσμιος στις φυλακές
  2. (μεταφορικά) που είναι υποταγμένος σε κάτι, εξαρτημένος από κάτι ή κάποιον
    δέσμιος των παθών του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]