δέστρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δέστρα < δένω
μια δέστρα σε λιμάνι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δέστρα θηλυκό

  1. (ναυτικός όρος), (ιδιωματικό): το σημείο του προβλήτα όπου περνιούνται οι γάσες των κάβων όταν «δένουν» πλοία, ή σκάφη στο λιμάνι
  2. (συνεκδοχικά): οποιοδήποτε σημείο που δένεται κάβος ή άλλο σχοινί
  3. σημείο απόθεσης ποδηλάτου, συνήθως κοντά σε ποδηλατόδρομους ή μαγαζιά

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]