δέφω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δέφω < λείπει η ετυμολογία

δέφω

  1. επεξεργάζομαι και μαλακώνω κάτι δουλεύοντάς το με το χέρι
  2. (κατ’ επέκταση) αυνανίζομαι

Συγγενικά

[επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση