δέφω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δέφω < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

δέφω

  1. επεξεργάζομαι και μαλακώνω κάτι δουλεύοντάς το με το χέρι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]