δέων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δέων δέουσα δέον
γενική δέοντος δέουσας
(δεούσης)
δέοντος
αιτιατική δέοντα δέουσα δέον
κλητική δέων δέουσα δέον
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δέοντες δέουσες δέοντα
γενική δεόντων δεουσών δεόντων
αιτιατική δέοντες δέουσες δέοντα
κλητική δέοντες δέουσες δέοντα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δέων < (λόγιο) ελληνιστική κοινή δέων < αρχαία ελληνική τὸ δέον, ουσιαστικοποιημένη ουδέτερη μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δεῖ[1]

Μετοχή[επεξεργασία]

δέων, -ουσα, -ον

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]