δήωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δήωση οι δηώσεις
      γενική της δήωσης
& δηώσεως
των δηώσεων
    αιτιατική τη δήωση τις δηώσεις
     κλητική δήωση δηώσεις
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δήωση < ελληνιστική κοινή δῄωσις < δῃόω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δήωση θηλυκό

  • (λόγιο) λεηλασία
    Η εντυπωσιακή και απροσδόκητη αυτή νίκη στάθηκε μοιραία, γιατί ο Φίλιππος αποθρασύνθηκε, απέσπασε νέες ενισχύσεις από τους Θράκες και προχώρησε στη δήωση μεγάλων περιοχών της Θεσσαλίας. (Ιστορία του ελληνικού έθνους, τ. Εʹ: Ελληνιστικοί χρόνοι, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1973, σελ. 165.)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]