δίαιτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Δίαιτα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δίαιτα οι δίαιτες
      γενική της δίαιτας
διαίτης
των διαιτών
    αιτιατική τη δίαιτα τις δίαιτες
     κλητική δίαιτα δίαιτες
Ο δεύτερος τύπος της γενικής, λόγιος.
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίαιτα < αρχαία ελληνική δίαιτα (από την έννοια: τρόπος ζωής)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δίαιτα θηλυκό

  • o ειδικός τρόπος διατροφής και διαβίωσης (συνήθως για να επιτευχθεί αδυνάτισμα)
    ※  Ανατρέχοντας στο ιστορικό ενός ανθρώπου που προβληματίζεται χρόνια με το βάρος του και που κατά καιρούς έχει εφαρμόσει διάφορες δίαιτες, είναι πολύ πιθανό να καταλήξουμε στο «παράδοξο» συμπέρασμα, ότι ορισμένες (και πιστέψτε με όχι λίγες...) δίαιτες, ή καλύτερα προγράμματα αδυνατίσματος, τελικά παχαίνουν... (* enet.gr)
    ※  Έρευνα Αμερικανών επιστημόνων επιβεβαίωσε για άλλη μια φορά τις ευεργετικές επιπτώσεις της Μεσογειακής δίαιτας. Διατροφή πλούσια σε λαχανικά και ψάρια, λένε οι επιστήμονες, επιβραδύνει την διαδικασία της γήρανσης κατά μια πενταετία. (* Εφημερδία των συντακτών)
    ※  Δίαιτα πάχυνσης για να αντέξει (* εφημερίδα Τα Νέα)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
δῐαιτᾰ-
ονομαστική δίαιτ αἱ δίαιται
      γενική τῆς διαίτης τῶν διαιτῶν
      δοτική τῇ διαίτ ταῖς διαίταις
    αιτιατική τὴν δίαιτᾰν τὰς διαίτᾱς
     κλητική ! δίαιτ δίαιται
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  διαίτ
γεν-δοτ τοῖν  διαίταιν
1η κλίση όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίαιτα < διαιτ(άω) / διαιτῶ διαιτάομαι / διαιτῶμαι + θηλυκή κατάληξη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δίαιτα

  1. τρόπος ζωής
  2. (ειδικότερα) προκαθορισμένος ιατρικά ή υγειονομικά τρόπος ζωή
  3. κατοικία, δωμάτιο, θάλαμος
  4. η διαιτησία ή η χρήση διαιτησίας, η επίλυση διαφορών μέσω διαιτητών

Πηγές[επεξεργασία]