δίαιτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δίαιτα δίαιτες
γενική δίαιτας διαιτών
αιτιατική δίαιτα δίαιτες
κλητική δίαιτα δίαιτες
λόγια γενική: διαίτης

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίαιτα < αρχαία ελληνική δίαιτα < διαιτάομαι / διαιτῶμαι (< διά + εἶμι ή αἴτιος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δίαιτα θηλυκό

  • ειδικός τρόπος διατροφής και διαβίωσης (συνήθως για να επιτευχθεί αδυνάτισμα)
    • Ανατρέχοντας στο ιστορικό ενός ανθρώπου που προβληματίζεται χρόνια με το βάρος του και που κατά καιρούς έχει εφαρμόσει διάφορες δίαιτες, είναι πολύ πιθανό να καταλήξουμε στο «παράδοξο» συμπέρασμα, ότι ορισμένες (και πιστέψτε με όχι λίγες...) δίαιτες, ή καλύτερα προγράμματα αδυνατίσματος, τελικά παχαίνουν... (*)
    • Έρευνα Αμερικανών επιστημόνων επιβεβαίωσε για άλλη μια φορά τις ευεργετικές επιπτώσεις της Μεσογειακής δίαιτας. Διατροφή πλούσια σε λαχανικά και ψάρια, λένε οι επιστήμονες, επιβραδύνει την διαδικασία της γήρανσης κατά μια πενταετία. (*)
      • ολιγοφαγία
        η ολιγοφαγία είναι σαφέστατος παράγοντας μακροβιότητας (βοηθά όμως το μορφωτικό επίπεδο, η κοινωνικότητα, η ενασχόληση με αγαπημένο αντικείμενο και η άσκηση)
    • Δίαιτα πάχυνσης για να αντέξει (*)


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]