δίδακτρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα δίδακτρα
      γενική των διδάκτρων
    αιτιατική τα δίδακτρα
     κλητική δίδακτρα
όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίδακτρα < ελληνιστική κοινή δίδακτρα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δίδακτρα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  • το χρηματικό ποσό που καταβάλλει κάποιος σε ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα, ώστε να μπορεί να παρακολουθεί εκεί μαθήματα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Πληθυντικός
Ονομαστική δίδακτρα
Γενική διδάκτρων
Δοτική διδάκτροις
Αιτιατική δίδακτρα
Κλητική δίδακτρα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίδακτρα < διδάσκω + -τρα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δίδακτρα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Συνώνυμα[επεξεργασία]