δίδυμο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίδυμο < ουσιαστικοποιημένο επίθετο δίδυμος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δίδυμο ουδέτερο

  1. για δύο άτομα που συνεργάζονται στενά ή που εμφανίζονται πάντοτε μαζί. Έχει και ειρωνική χροιά
    το καλλιτεχνικό δίδυμο του τάδε και του δείνα
    το δίδυμο της αντιπαλότητας
    το δίδυμο της συμφοράς
  2. η στοιχηματική πρόβλεψη στον ιππόδρομο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

  1. ντουέτο, ζευγάρι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]