δίδυμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Δίδυμος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δίδυμος η δίδυμη το δίδυμο
      γενική του δίδυμου της δίδυμης του δίδυμου
    αιτιατική τον δίδυμο τη δίδυμη το δίδυμο
     κλητική δίδυμε δίδυμη δίδυμο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δίδυμοι οι δίδυμες τα δίδυμα
      γενική των δίδυμων των δίδυμων των δίδυμων
    αιτιατική τους δίδυμους τις δίδυμες τα δίδυμα
     κλητική δίδυμοι δίδυμες δίδυμα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίδυμος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δίδυμος < (δίς) δί- + -δυ + -μος (εκφραστικός αναδιπλασιασμός του δύο)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈði.ði.mos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δί‐δυ‐μος

Επίθετο[επεξεργασία]

δίδυμος, -η, -ο

  1. που κυοφορήθηκε και γεννήθηκε με άλλον έναν αδελφό ή αδελφή
    δίδυμα αδέλφια
  2. (μεταφορικά στον πληθυντικό) αυτοί που αποτελούνται από δύο όμοια στοιχεία
    δίδυμα πυροβόλα, δίδυμοι πύργοι
  3. (για το ζώδιο) → δείτε τις λέξεις Δίδυμος και Δίδυμοι

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δίδυμος αρσενικό

  • ο ένας από τους δίδυμους αδελφούς
    ιδανικοί / γνήσιοι / με την απόλυτη έννοια δίδυμοι ονομάζονται οι ομοζυγώτες δίδυμοι, δηλαδή εκείνοι που προέρχονται από τη διαίρεση ενός μόνο γονιμοποιημένου ωαρίου
    ετεροζυγώτες δίδυμοι (ή σπανιότερα διζυγώτες δίδυμοι) ονομάζονται εκείνοι που προέρχονται από τη γονιμοποίηση δύο ή και περισσότερων ωαρίων

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]