Μετάβαση στο περιεχόμενο

δίδωμι

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  δίδωμι   δίδομαι 
Παρατατικός  ἐδίδουν   ἐδιδόμην 
Μέλλοντας  δώσω   δώσομαι & δοθήσομαι 
Αόριστος  ἔδωκα   ἐδόμην & ἐδόθην 
Παρακείμενος  δέδωκα   δέδομαι 
Υπερσυντέλικος  ἐδεδώκειν   ἐδεδόμην 
Συντελ.Μέλλ.  δεδωκώς ἔσομαι   δεδομένος ἔσομαι 

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δίδωμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dédeh₃- < * deh₃- (δίνω)
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ελληνιστική κοινή: δίδω μεσαιωνικά ελληνικά: δίδω νέα ελληνικά: δίνω νέα ελληνικά: δίδω

δίδωμι

  1. δίνω, παραδίδω
  2. δωρίζω, χαρίζω
  3. προσφέρω
  4. παραχωρώ
  5. επιτρέπω
  6. αφιερώνω

Παράγωγα

[επεξεργασία]

με θέμα δω- (*dō-)[1]

με θέμα δο- (*do-)

με θέμα δα- (*da-)

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. σχόλιο για θέματα s.v. δίνω - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.