Μετάβαση στο περιεχόμενο

δίδω τόπον τῆς ὀργῆς

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δίδω τόπον τῆς ὀργῆς <  δείτε τις λέξεις δίδω, τόπος, τῆς, ὀργῆς και ὀργή
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: δίνω τόπο στην οργή

Έκφραση

[επεξεργασία]

δίδω τόπον τῆς ὀργῆς

  • δίνω τόπο στην οργή
      17ος αιώνας ανωνύμου, Ζήνων, τραγωδία, Πράξη Β', στίχ. 199 (199-200) @anemi.lib.uoc.gr
    Δὸς τόπο, αὔγουστε, τσ’ ὀργῆς κι’ ἄφησε τὰ λογιάζεις,
    μὴ θέλῃς τὰ φτωχὰ ὀρφανὰ καὶ χήραις νὰ πειράζῃς.
    Ο Ζήνων :Παλαιά τραγωδία / νυν πρώτον εκδιδομένη εκ χειρογράφου της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης υπό Κ. Ν. Σάθα. Νυν πρώτον εκδιδομένη εκ χειρογράφου της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης. Εν Βενετία :Τύποις Φοίνικος, 1878.