δίκλινος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δίκλινος δίκλινη δίκλινο
γενική δίκλινου δίκλινης δίκλινου
αιτιατική δίκλινο δίκλινη δίκλινο
κλητική δίκλινε δίκλινη δίκλινο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δίκλινοι δίκλινες δίκλινα
γενική δίκλινων δίκλινων δίκλινων
αιτιατική δίκλινους δίκλινες δίκλινα
κλητική δίκλινοι δίκλινες δίκλινα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίκλινος < δι- + κλίνη + -ος
  1. < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική zweibettig
  2. < (μεταφραστικό δάνειο) νεολατινική diclinus

Επίθετο[επεξεργασία]

δίκλινος, -η, -ο

  1. που έχει δύο κρεβάτια
  2. (βοτανική) για φυτό με μόνο αρσενικά ή μόνο θηλυκά άνθη
    Άλλες μορφές δικλινής

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]