δίκλωνος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δίκλωνος δίκλωνη δίκλωνο
γενική δίκλωνου δίκλωνης δίκλωνου
αιτιατική δίκλωνο δίκλωνη δίκλωνο
κλητική δίκλωνε δίκλωνη δίκλωνο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δίκλωνοι δίκλωνες δίκλωνα
γενική δίκλωνων δίκλωνων δίκλωνων
αιτιατική δίκλωνους δίκλωνες δίκλωνα
κλητική δίκλωνοι δίκλωνες δίκλωνα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. δίκλωνος < δι- + κλώνος + -ος
  2. δίκλωνος < δι- + κλωνιά + -ος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δίκλωνος, -η, -ο

  1. που έχει δύο κλώνους
    Στη δημοσιά σαν αγκαλιά / δίκλωνη ενός διαβήτη, / του αγέρα δάχτυλα στη χήτη / και μίλια στην κοιλιά (Γιώργος Σεφέρης, Αυτοκίνητο)
  2. που έχει δύο κλωστές
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα: δίκλωστος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]