δίκορκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίκορκος < δι- και κορκός

Επίθετο[επεξεργασία]

δίκορκος και δίκροκος

  1. για αβγό που έχει δύο κρόκους

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη δίκροκος