δίκροτο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

ΔΙΚΡΟΤΟΝ. Τὸ πολεμικὸν «πλοῖον τῆς γραμμῆς» (ντελίνι, ἐκ τοῦ γαλ. de ligne), ἔχον δύο καταστρώματα πυροβολικοῦ, ἤτοι τέσσαρας ἀμφιπλεύρους συστοιχίας πυροβόλων, ἁπάντων βαλλόντων πλευρικῶς.==Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) ==


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δίκροτο δίκροτα
γενική δικρότου
& δίκροτου
δικρότων
& δίκροτων
αιτιατική δίκροτο δίκροτα
κλητική δίκροτο δίκροτα

ΔΙΚΡΟΤΟΝ: Ἐκ τοῦ δὶς κροτεῖν. Ἐκ τῆς δυνατότητος τοῦ πυροβολικοῦ τοῦ σκάφους αὐτοῦ, νὰ βάλλουν εἰς δύο συστοιχίας ἀνὰ πλευράν.

Ἑνικὸς ἀρ.:Τὸ δίκροτον, γεν. τοῦ δικρότου, δοτ. τῷ δικρότῳ, αἰτ. τὸ δίκροτον, κλ. ὦ δίκροτον. Πληθ. ἀρ.:Τὰ δίκροτα, γεν. τῶν δικρότων, δοτ. τοῖς δικρότοις, αἰτ. τὰ δίκροτα, κλ. ὦ δίκροτα.