δίκταμο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το δίκταμο τα δίκταμα
      γενική του δίκταμου των δίκταμων
    αιτιατική το δίκταμο τα δίκταμα
     κλητική δίκταμο δίκταμα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίκταμο < αρχαία ελληνική δίκταμνον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δίκταμο ουδέτερο

  • είδος φαρμακευτικού ενδημικού φυτού που ευδοκιμεί στο όρος Δίκτη της Κρήτης και κατ΄ επέκταση το αφέψημα που παρασκευάζεται από αυτό.

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]