δίκτυο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το δίκτυο τα δίκτυα
      γενική του δικτύου των δικτύων
    αιτιατική το δίκτυο τα δίκτυα
     κλητική δίκτυο δίκτυα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίκτυο < αρχαία ελληνική δίκτυον

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δίκτυο ουδέτερο

  1. πλέγμα νημάτινο ή συρμάτινο προοριζόμενο για θήρα ζώων, ή αλιεία (κοινώς δίχτυ)
  2. σύμπλεγμα με πολλαπλές διασταυρώσεις ή διακλαδώσεις
    οδικό δίκτυο
    σιδηροδρομικό 'δίκτυο, δίκτυο ηλεκτροδότησης, ή ηλεκτρικών γραμμών, δίκτυο επικοινωνιών ή τηλεφωνικών γραμμών
    ※  Το δίκτυο, ως γενικός ορισμός, αποτελεί ένα σύστημα το οποίο συνδέει τοποθεσίες, αντικείμενα, ακόμα και άτομα, με την χρήση ενός μέσου, με στόχο την εξυπηρέτηση κάποιου σκοπού. Έτσι, έχουμε το οδικό δίκτυο, που ως μέσο χρησιμοποιεί τους δρόμους, ή το δίκτυο ύδρευσης, που χρησιμοποιεί ως μέσο τους σωλήνες. [1]
  3. σύμπλεγμα σωληνώσεων ειδικού σκοπού εγκαταστάσεων
    πυροσβεστικό δίκτυο, δίκτυο φόρτωσης, δίκτυο εξαερισμού κ.λπ.
  4. οργάνωση προσώπων και μέσων επί ειδικού σκοπού
    δίκτυο αντιπροσώπων, δίκτυο ανταποκριτών, δίκτυο κατασκόπων κ.λπ.
  5. ένα σύνολο αντικειμένων (π.χ. τηλεφώνων, υπολογιστών) ή ανθρώπων που συνδέονται με έναν σύνθετο τρόπο μεταξύ τους, για να εξυπηρετήσουν κάποιο σκοπό.
  6. (πληροφορική) είναι το δίκτυο υπολογιστών
    ※  Στον τομέα της πληροφορικής, ένα δίκτυο υπολογιστών (computer network), ή απλά δίκτυο (network), είναι ένα σύνολο δύο ή περισσότερων διασυνδεδεμένων υπολογιστικών συσκευών (υπολογιστές, έξυπνα κινητά, έξυπνες συσκευές), οι οποίες ανταλλάσσουν δεδομένα μεταξύ τους. [1]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. 1,0 1,1 Γιώργος Τράντζας, Ανταλλαγή Αρχείων - Πώς λειτουργεί το P2P και τα Torrent, από pcsteps.gr. Δημοσίευση 2016-05-13. Προσπέλαση 2020-08-17.