δίκυκλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το δίκυκλο τα δίκυκλα
      γενική του δικύκλου
& δίκυκλου
των δικύκλων
& δίκυκλων
    αιτιατική το δίκυκλο τα δίκυκλα
     κλητική δίκυκλο δίκυκλα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίκυκλο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική bicycle < bi- (δι-) + cycle < αρχαία ελληνική κύκλος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δίκυκλο ουδέτερο

  1. ένα όχημα με δυο ρόδες

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

δίκυκλο