δίπηχυς
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| → γένη | αρσενικό & θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| δῐπηχυ- δῐπηχε- | ||||||
| ονομαστική | ὁ/ἡ | δίπηχυς | τὸ | δίπηχυ | ||
| γενική | τοῦ/τῆς | διπήχεως | τοῦ | διπήχεος | ||
| δοτική | τῷ/τῇ | διπήχει | τῷ | διπήχει | ||
| αιτιατική | τὸν/τὴν | δίπηχυν | τὸ | δίπηχυ | ||
| κλητική ὦ! | δίπηχυ | δίπηχυ | ||||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ/αἱ | διπήχεις | τὰ | διπήχεᾰ - διπήχη | ||
| γενική | τῶν | διπηχέων | τῶν | διπηχέων | ||
| δοτική | τοῖς/ταῖς | διπήχεσῐ(ν) | τοῖς | δίπηχεσῐ(ν) | ||
| αιτιατική | τοὺς/τὰς | διπήχεις | τὰ | διπήχεᾰ - διπήχη | ||
| κλητική ὦ! | διπήχεις | διπήχεᾰ - διπήχη | ||||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | διπήχει | τὼ | διπήχει | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | διπηχέοιν | τοῖν | διπηχέοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'δίπηχυς' όπως «δίπηχυς» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]δίπηχυς, -υς, -υ
- που έχει μέγεθος δύο πήχεων
- ※ 4ος αιώνας πκε ⌘ Ηρόδοτος, Ιστορίαι, 4 (Μελοπομένη), 82.1.
- ἴχνος Ἡρακλέος φαίνουσι ἐν πέτρῃ ἐνεόν, τὸ ἔοικε μὲν βήματι ἀνδρός, ἔστι δὲ τὸ μέγαθος δίπηχυ, παρὰ τὸν Τύρην ποταμόν.
- [Στη Σκυθία] δείχνουν ίχνος από το πέλμα του Ηρακλή σε βράχο, στην όχθη του ποταμού Τύρη, που οπωσδήποτε μοιάζει με πέλμα ανθρώπου, έχει όμως μάκρος δυο πήχες.
- Μετάφραση (1992): Η. Σπυρόπουλος. Ηροδότου Ιστορίαι, Αθήνα: Γκοβόστης. @greek-language.gr
- ※ 2ος αιώνας κε ⌘ Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις
- 2.28.1.@scaife.perseus, έκδοση Teubner, 1901
- Λιβύη μέν γε μόνη κροκοδείλους τρέφει χερσαίους διπήχεων οὐκ ἐλάσσονας
- 1 (Αττικά), 33.6. Βικιθήκη
έκδοση Teubner, 1903
- κροκόδειλοι <δι>πήχεων ἦσαν οὐκ ἐλάσσους, προσιόντων δὲ τῶν ἀνθρώπων κατεδύοντο ἐς τὴν πηγήν.
- 2.28.1.@scaife.perseus, έκδοση Teubner, 1901
- ≈ συνώνυμα: διπηχυαῖος (ελληνιστική κοινή)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- δίπᾱχυς (χωρίς σχέση με το παχύς)
- (ελληνιστική κοινή) διπήχης, γενική διπήχους
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- δίπηχυς - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- δίπηχυς - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
ΣτΕ: στο Middle Liddel, «δίπηχυς, εια υ»
Κατηγορίες:
- Επίθετα με κλίση 'δίπηχυς' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'δίπηχυς' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα δί- από το δίσ- (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -πηχυς (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)