Μετάβαση στο περιεχόμενο

δίπλαξ

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δίπλαξ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dwi-pleḱ-s, ανάλογο του δι- + -πλαξ. Σύγκρινε λατινικά duplex.

Επίθετο

[επεξεργασία]

δίπλαξ, -αξ, -αξ γεν. -ακος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὁ δίπλαξ οἱ δίπλακες
      γενική τοῦ δίπλακος τῶν διπλάκων
      δοτική τῷ δίπλακῐ τοῖς δίπλαξῐ(ν)
    αιτιατική τὸν δίπλακᾰ τοὺς δίπλακᾰς
     κλητική ὦ! δίπλαξ δίπλακες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  δίπλακε
γεν-δοτ τοῖν  διπλάκοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'φύλαξ' όπως «φύλαξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

δίπλαξ, -ακος θηλυκό