δίπλωση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | δίπλωση | οι | διπλώσεις |
| γενική | της | δίπλωσης* | των | διπλώσεων |
| αιτιατική | τη | δίπλωση | τις | διπλώσεις |
| κλητική | δίπλωση | διπλώσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, διπλώσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δίπλωση < αρχαία ελληνική δίπλωσις
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δίπλωση θηλυκό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διπλώνω