δίπολος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: διπολικός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δίπολος δίπολη δίπολο
γενική δίπολου δίπολης δίπολου
αιτιατική δίπολο δίπολη δίπολο
κλητική δίπολε δίπολη δίπολο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δίπολοι δίπολες δίπολα
γενική δίπολων δίπολων δίπολων
αιτιατική δίπολους δίπολες δίπολα
κλητική δίπολοι δίπολες δίπολα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίπολος < δι- + πόλος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική bipolaire)

Επίθετο[επεξεργασία]

δίπολος

  1. που έχει δύο πόλους
  2. (ουσιαστικοποιημένο) δίπολο
    1. δύο ίσα αλλά ετερώνυμα ηλεκτρικάμαγνητικά) φορτία, κοντά το ένα στο άλλο
    2. (μεταφορικά) δύο απόψεις ή έννοιες γύρω από τις οποίες αναπτύσσονται προβληματισμοί

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ δίπολος τὸ δίπολον οἱ, αἱ δίπολοι τὰ δίπολα
Γενική τοῦ, τῆς διπόλου τοῦ διπόλου τῶν διπόλων τῶν διπόλων
Δοτική τῷ, τῇ διπόλῳ τῷ διπόλῳ τοῖς, ταῖς διπόλοις τοῖς διπόλοις
Αιτιατική τὸν, τὴν δίπολον τὸ δίπολον τοὺς, τὰς διπόλους τὰ δίπολα
Κλητική δίπολε δίπολον δίπολοι δίπολα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική διπόλω
Γενική-Δοτική διπόλοιν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίπολος < δι- + πολέω < πέλω

Επίθετο[επεξεργασία]

δῐ́πολος, -ος, -ον

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]