δίσεκτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δίσεκτος δίσεκτη δίσεκτο
γενική δίσεκτου δίσεκτης δίσεκτου
αιτιατική δίσεκτο δίσεκτη δίσεκτο
κλητική δίσεκτε δίσεκτη δίσεκτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δίσεκτοι δίσεκτες δίσεκτα
γενική δίσεκτων δίσεκτων δίσεκτων
αιτιατική δίσεκτους δίσεκτες δίσεκτα
κλητική δίσεκτοι δίσεκτες δίσεκτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίσεκτος < μεσαιωνική ελληνική δίσεκτος < δις + ἕκτος < (μεταφραστικό δάνειο) υστερολατινική bisextus < bis + sextus, επειδή επαναλαμβανόταν δύο φορές η έκτη ημέρα πριν τις καλένδες του Μαρτίου. Η μεταφορική έννοια πιθανά προέρχεται από το γεγονός ότι ο Φεβρουάριος ήταν ο μήνας των καθαρμών

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈði.sε.ktɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δίσεκτος, -η, -ο

  1. (για έτος) που έχει μία επιπλέον εμβόλιμη ημέρα και αποτελείται από 366 ημέρες συνολικά
  2. (μεταφορικά) γρουσούζικος

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]