δίσεχτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δίσεχτος δίσεχτη δίσεχτο
γενική δίσεχτου δίσεχτης δίσεχτου
αιτιατική δίσεχτο δίσεχτη δίσεχτο
κλητική δίσεχτε δίσεχτη δίσεχτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δίσεχτοι δίσεχτες δίσεχτα
γενική δίσεχτων δίσεχτων δίσεχτων
αιτιατική δίσεχτους δίσεχτες δίσεχτα
κλητική δίσεχτοι δίσεχτες δίσεχτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίσεχτος < μεσαιωνική ελληνική δίσεχτος < δις + ἕκτος ((μεταφραστικό δάνειο) υστερολατινική bisextus < bis + sextus· επειδή επαναλαμβανόταν δύο φορές η έκτη ημέρα πριν τις καλένδες του Μαρτίου) (η μεταφορική έννοια πιθανά προέρχεται από το γεγονός ότι ο Φεβρουάριος ήταν ο μήνας των καθαρμών)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈði.sε.xtɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δίσεχτος, -η, -ο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]