δίφραγκο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δίφραγκο δίφραγκα
γενική δίφραγκου δίφραγκων
αιτιατική δίφραγκο δίφραγκα
κλητική δίφραγκο δίφραγκα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίφραγκο < δι- + φράγκο

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈði.fɾaŋ.ɟɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δίφραγκο ουδέτερο

  1. (παρωχημένο) (οικείο) κέρμα δύο δραχμών
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: δίδραχμο
  2. (σπάνιο) (οικείο) δίευρο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • τέρμα τα δίφραγκα: για να δηλωθεί ότι έχει παρθεί οριστική τελική απόφαση

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]