δίφυλλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δίφυλλος δίφυλλη δίφυλλο
γενική δίφυλλου δίφυλλης δίφυλλου
αιτιατική δίφυλλο δίφυλλη δίφυλλο
κλητική δίφυλλε δίφυλλη δίφυλλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δίφυλλοι δίφυλλες δίφυλλα
γενική δίφυλλων δίφυλλων δίφυλλων
αιτιατική δίφυλλους δίφυλλες δίφυλλα
κλητική δίφυλλοι δίφυλλες δίφυλλα

Ετυμολογία el[επεξεργασία]

δίφυλλος < μεσαιωνική ελληνική δίφυλλος[1] Συγχρονικά αναλύεται σε (δις) δί- + φύλλ(ο) + -ος

Επίθετο[επεξεργασία]

δίφυλλος, -η, -ο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]