δίφωνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δίφωνος δίφωνη δίφωνο
γενική δίφωνου δίφωνης δίφωνου
αιτιατική δίφωνο δίφωνη δίφωνο
κλητική δίφωνε δίφωνη δίφωνο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δίφωνοι δίφωνες δίφωνα
γενική δίφωνων δίφωνων δίφωνων
αιτιατική δίφωνους δίφωνες δίφωνα
κλητική δίφωνοι δίφωνες δίφωνα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίφωνος < (δις) δί- + -φωνος, μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική zweistimmig. Διαφορετική σημασία για το ελληνιστικό δίφωνος (που μιλά δύο γλώσσες)

Επίθετο[επεξεργασία]

δίφωνος, -η, -ο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

και δείτε τις λέξεις δύο και φωνή

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]