δίχτυ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δίχτυ δίχτυα
γενική διχτυού διχτυών
αιτιατική δίχτυ δίχτυα
κλητική δίχτυ δίχτυα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δίχτυ < μεσαιωνική ελληνική δίκτυ < αρχαία ελληνική δίκτυον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δίχτυ ουδέτερο

  1. σύστημα διασταυρούμενων σχοινιών ή συρμάτων που σχηματίζουν ένα πλέγμα, που χρησιμοποιείται
    1. από ψαράδες, για να παγιδεύουν τα ψάρια
    2. από κυνηγούς, για να παγιδεύουν τα ζώα ή τα πουλιά
    3. από τους ανθρώπους, για να μεταφέρουν τα ψώνια
    4. για να συγκρατεί τα μαλλιά
    5. (αθλητισμός) για να χωρίζει τον χώρο διεξαγωγής διαφόρων αθλημάτων (βόλεϊ, τένις κ.ά.)
      Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: φιλέ
    6. (αθλητισμός) για να συγκρατεί την μπάλα σε διάφορα αθλήματα (ποδόσφαιρο, μπάσκετ κ.ά.)
      Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: πλεχτό
  2. (μεταφορικά) ο ιστός της αράχνης
  3. (μεταφορικά) πλέγμα μεθόδων ή ενεργειών που «παγιδεύουν» τους ανθρώπους και συμβάλλουν στην παρακολούθησή τους

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Εκφράσεις[]

  • έπεσε στα δίχτυα της αράχνης: (μεταφορικά) παγιδεύτηκε

32πχ Μεταφράσεις[]