δίωρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : δίωρο, διορία

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δίωρος δίωρη δίωρο
γενική δίωρου δίωρης δίωρου
αιτιατική δίωρο δίωρη δίωρο
κλητική δίωρε δίωρη δίωρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δίωροι δίωρες δίωρα
γενική δίωρων δίωρων δίωρων
αιτιατική δίωρους δίωρες δίωρα
κλητική δίωροι δίωρες δίωρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίωρος < δι- + ώρα + -ος ((μεταφραστικό δάνειο) γερμανική zweistündig)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈði.ɔ.ɾɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δίωρος, -η, -ο

  1. που κρατάει δύο ώρες, που διαρκεί δύο ώρες
  2. (ουσιαστικοποιημένο) δίωρο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]