δαίμων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δαίμων < αρχαία ελληνική δαίμων - η σημερινή σημασία από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δαίμων αρσενικό

  1. (θρησκεία) (καθαρεύουσα) ο δαίμονας, κακοποιό πνεύμα, (αντίθετο του αγαθοεργού των αρχαίων)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Εκφράσεις[]

  • ο δαίμων του τυπογραφείου: αστεϊσμός σχετικός με τα τυπογραφικά λάθη που υπονοεί αμέλεια εκ μέρους των τυπογράφων και διορθωτών ενός εντύπου
χτύπησε πάλι ο δαίμων του τυπογραφείου: ο τίτλος του πρωτοσέλιδου άρθρου μπήκε στη σελίδα με τις μικρές αγγελίες!

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δαίμων < δαίομαι < δαίω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

Πτώση
Ενικός
Δυικός
Πληθυντικός
Ονομαστική δαίμων δαίμονε δαίμονες
Γενική δαίμονος δαιμόνοιν δαιμόνων
Δοτική δαίμονι δαιμόνοιν δαίμοσι(ν)
Αιτιατική δαίμονα δαίμονε δαίμονας
Κλητική δαῖμον δαίμονε δαίμονες

δαίμων αρσενικό, θηλυκό

  1. (θρησκεία) θεός, θεότητα
    δαῖμον, οἵας συζύγου μ' ἀποστερεῖς (Ευριπίδης, Άλκηστις, 384)
  2. μοίρα, τύχη, κλήρος, πεπρωμένο
  3. το (καλό) πνεύμα που προστατεύει κάποιον
  4. (πληθυντικός) δαίμονες: οι ψυχές (των ανθρώπων του χρυσού γένους και γενικότερα)