δαιτρός
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | δαιτρός | οἱ | δαιτροί |
| γενική | τοῦ | δαιτροῦ | τῶν | δαιτρῶν |
| δοτική | τῷ | δαιτρῷ | τοῖς | δαιτροῖς |
| αιτιατική | τὸν | δαιτρόν | τοὺς | δαιτρούς |
| κλητική ὦ! | δαιτρέ | δαιτροί | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | δαιτρώ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | δαιτροῖν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δαιτρός, -οῦ αρσενικό
- που τεμαχίζει και μοιράζει το κρέας στο τραπέζι, τραπεζοκόμος
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, στη Βικιθήκη
- 1 (α. Ἀθηνᾶς παραίνεσις πρὸς Τηλέμαχον.), στίχ. 141 (141-143)
- δαιτρὸς δὲ κρειῶν πίνακας παρέθηκεν ἀείρας | παντοίων, παρὰ δέ σφι τίθει χρύσεια κύπελλα, | κῆρυξ δ᾽ αὐτοῖσιν θάμ᾽ ἐπῴχετο οἰνοχοεύων.
- Στα χέρια του σηκώνοντας ο τραπεζάρχης δίσκους με κρέατα | κάθε λογής, τους τα παρέθεσε, στο πλάι ακούμπησε κούπες χρυσές, | και κάθε τόσο ο κήρυκας περνούσε, γεμίζοντας κρασί τα κύπελλά τους.
- Μετάφραση σε ελεύθερο στίχο (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
- δαιτρὸς δὲ κρειῶν πίνακας παρέθηκεν ἀείρας | παντοίων, παρὰ δέ σφι τίθει χρύσεια κύπελλα, | κῆρυξ δ᾽ αὐτοῖσιν θάμ᾽ ἐπῴχετο οἰνοχοεύων.
- 17 (ρ. Τηλεμάχου καὶ Ὀδυσσέως ἐπάνοδος εἰς Ἰθάκην.), στίχ. 331 (330-332)
- ὁ δὲ παπτήνας ἕλε δίφρον | κείμενον, ἔνθα τε δαιτρὸς ἐφίζεσκε κρέα πολλὰ | δαιόμενος μνηστῆρσι δόμον κάτα δαινυμένοισι·
- εκείνος, με το μάτι ψάχνοντας, βρήκε και πιάνει | άδειο σκαμνί, όπου συνήθιζε να κάθεται ο μοιραστής, | λιανίζοντας για τους μνηστήρες τα πολλά τους κρέατα κάθε φορά που στρώνονταν αυτοί να φάνε.
- Μετάφραση σε ελεύθερο στίχο (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
- ὁ δὲ παπτήνας ἕλε δίφρον | κείμενον, ἔνθα τε δαιτρὸς ἐφίζεσκε κρέα πολλὰ | δαιόμενος μνηστῆρσι δόμον κάτα δαινυμένοισι·
- 1 (α. Ἀθηνᾶς παραίνεσις πρὸς Τηλέμαχον.), στίχ. 141 (141-143)
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, στη Βικιθήκη
- ιερέας που εκτελούσε χρέη δαιτρού στα Διπόλια σύμφωνα με κληρονομικό δικαίωμα
Συγγενικά
[επεξεργασία]- δαιτρεία
- δαίτρευμα
- δαιτρεύω
- δαιτροσύνη
- → και δείτε τη λέξη δαίω
Πηγές
[επεξεργασία]- δαιτρός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- δαιτρός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'ναός' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -τρός (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Οδύσσεια (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)