Μετάβαση στο περιεχόμενο

δαιτρός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Δαῖτρος

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική δαιτρός οἱ δαιτροί
      γενική τοῦ δαιτροῦ τῶν δαιτρῶν
      δοτική τῷ δαιτρ τοῖς δαιτροῖς
    αιτιατική τὸν δαιτρόν τοὺς δαιτρούς
     κλητική ! δαιτρέ δαιτροί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  δαιτρώ
γεν-δοτ τοῖν  δαιτροῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δαιτρός < δαίω + -τρός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δαιτρός, -οῦ αρσενικό

  1. που τεμαχίζει και μοιράζει το κρέας στο τραπέζι, τραπεζοκόμος
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, στη Βικιθήκη
  2. ιερέας που εκτελούσε χρέη δαιτρού στα Διπόλια σύμφωνα με κληρονομικό δικαίωμα

Συγγενικά

[επεξεργασία]