δακτυλικό αποτύπωμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δακτυλικό αποτύπωμα < → δείτε τις λέξεις δακτυλικός και αποτύπωμα

Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δακτυλικό αποτύπωμα ουδέτερο
- μοναδικό σχέδιο αυλακώσεων στην επιφάνεια του δέρματος των δακτύλων, που χρησιμοποιείται για την αναγνώριση ή ταυτοποίηση προσώπων
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] δακτυλικό αποτύπωμα