Μετάβαση στο περιεχόμενο

δαμάζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δαμάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δαμάζω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *demh₂- (δαμάζω, εξημερώνω)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ðaˈma.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δαμάζω

δαμάζω (παθητική φωνή: δαμάζομαι)

  1. εκπαιδεύω άγριο ζώο, ώστε να εξημερωθεί ή να υπακούει σε κάποιες εντολές, τιθασεύω
  2. (μεταφορικά) ηρεμώ, κάνω κάποιον υπάκουο
  3. (κατ’ επέκταση) υποτάσσω, ελέγχω

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δαμάζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δαμάζω

δαμάζω (και σήμερα σε χρήση)

  1. βασανίζω
  2. καταστρέφω, εξολοθρεύω
      14ος αιώνας, Διήγησις παιδιόφραστος τῶν τετραπόδων ζώων, ανωνύμου, στίχ. 212 (209-212), στο Wilhelm Wagner, (επιμ.), Carmina graeca medii aevi, Teubner, Λειψία 1874, σ. 141-178.
    λέγω ν᾿ ἀφήσω τὰ πολλὰ, νὰ παραβλέψω πάντας,
    νὰ σύρω τὸ δερµάτιν σου, νὰ σύρω τὴν οὐράν σου,
    καὶ νὰ τὸ δώσω τὸν γναφεὰ, τὸν δερµατογουνάρην,
    νὰ σὲ δαµάσῃ ἡ ἄσβεστος καὶ νὰ σὲ κάψῃ ἡ στύψις,
  3. (μεταφορικά, για φωτιά) καταστέλλω, σβήνω
  4. (μεταφορικά, για ζωμό) καταπραΰνω

Ρηματικοί τύποι

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δαμάζω < λείπει η ετυμολογία

δαμάζω

  1. (για ζώα) εξημερώνω, δαμάζω, τιθασεύω
  2. υπερνικώ, κατανικώ, εξουδετερώνω
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 18 (Σ. Ὁπλοποιία.), στίχ. 119 (117-119)
    οὐδὲ γὰρ οὐδὲ βίη Ἡρακλῆος φύγε κῆρα, | ὅς περ φίλτατος ἔσκε Διὶ Κρονίωνι ἄνακτι· | ἀλλά ἑ μοῖρα δάμασσε καὶ ἀργαλέος χόλος Ἥρης.
    Ότι ούδ᾽ ο μέγας Ηρακλής εξέφυγε την μοίραν, | που ήταν υπεράκριβος υιός του υψίστου Δία· | αλλά της Ήρας η οργή τον δάμασε και η μοίρα.
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greeklanguage.gr
  3. κατακτώ, υποτάσσω
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας, στίχ. 765 (764-765)
    δέδοικα δὲ σὺν βασιλεῦσι | μὴ πόλις δαμασθῇ.
    και τρέμω, με τους βασιλιάδες της | κι η πόλη μη χαθεί η δική μας.
    Μετάφραση (1911): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Φέξης @greeklanguage.gr
  4. (για παρθένες γυναίκες) υποτάσσομαι σε έναν σύζυγο
  5. (για μέταλλα) επεξεργάζομαι
      5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Ἄλκηστις, στίχ. 980
    καὶ τὸν ἐν Χαλύβοις δαμάζεις σὺ βίᾳ σίδαρον,
    Και των Χαλύβων το σίδερο εσύ καταδαμάζεις·
    Μετάφραση (1972): Θρασύβουλος Σταύρου, Αθήνα: Εστία @greeklanguage.gr
  6. σκοτώνω
  7. (για δυνάμεις της φύσης) υπερνικώ, καταβάλλω
  8. (στην παθητική φωνή, για γυναίκα) βιάζομαι

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Ρηματικοί τύποι: