δαμάσκηνο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

δαμάσκηνα
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δαμάσκηνο δαμάσκηνα
γενική δαμάσκηνου δαμάσκηνων
αιτιατική δαμάσκηνο δαμάσκηνα
κλητική δαμάσκηνο δαμάσκηνα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δαμάσκηνο < μεσαιωνική ελληνική δαμάσκηνον < ελληνιστική κοινή δαμασκηνόν, ουδέτερο του δαμασκηνός < Δαμασκός < βορειοδυτική σημιτική דמשק

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δαμάσκηνο ουδέτερο

  1. ο καρπός της δαμασκηνιάς
  2. (αργκό) η σφαίρα όπλου (στη γλώσσα των κακοποιών)
    τον ξάπλωσε με δυο δαμάσκηνα...

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]