δαμάστρια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δαμάστρια δαμάστριες
γενική δαμάστριας δαμαστριών
αιτιατική δαμάστρια δαμάστριες
κλητική δαμάστρια δαμάστριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δαμάστρια < δαμαστής + κατάληξη θηλυκού -τρια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δαμάστρια θηλυκό

  1. δείτε τη λέξη: δαμαστής

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]