δαμασκηνιά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Fruits Prunus domestica.jpg
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δαμασκηνιά δαμασκηνιές
γενική δαμασκηνιάς δαμασκηνιών
αιτιατική δαμασκηνιά δαμασκηνιές
κλητική δαμασκηνιά δαμασκηνιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δαμασκηνιά < δαμάσκηνο + -ιά < μεσαιωνική ελληνική δαμάσκηνον < ελληνιστική κοινή δαμασκηνόν, ουδέτερο του δαμασκηνός < Δαμασκός < βορειοδυτική σημιτική דמשק

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δαμασκηνιά θηλυκό

  • (βοτανική) φυλλοβόλο δέντρο του γένους Prunus, με οδοντωτά φύλλα, μικρά λευκά άνθη και σκούρο μπλε ή μοβ ωοειδείς καρπούς (δαμάσκηνα)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]